ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ
Άρθρο
99
Θέση
σε διαθεσιμότητα
1. Ο υπάλληλος
τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθέ−
νειας ή
κατάργησης της θέσης του, σύμφωνα με τις
διατάξεις των
επόμενων άρθρων.
2. Με την
επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων άρ−
θρων, η πράξη
θέσης του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα
και η πράξη
επαναφοράς του στην υπηρεσία, εκδίδονται
από τον Υπουργό
ή το ανώτατο μονομελές όργανο
διοίκησης του
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή,
αν δεν υπάρχει,
τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου
διοίκησης του
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,
μετά από απόφαση
του υπηρεσιακού συμβουλίου.
3. Κατά τη
διάρκεια της διαθεσιμότητας παύει η άσκη−
ση των
καθηκόντων του υπαλλήλου, κύριων ή παρεπό−
μενων. Ο χρόνος
της διαθεσιμότητας δεν υπολογίζεται
για βαθμολογική
εξέλιξη.
Άρθρο
100
Διαθεσιμότητα
λόγω ασθένειας
1. Ο υπάλληλος
τίθεται, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση
του, σε
διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας, όταν αυτή πα−
ρατείνεται πέρα
από το μέγιστο χρόνο αναρρωτικής
άδειας του
άρθρου 54 του παρόντος, είναι όμως, κατά
την εκτίμηση της
υγειονομικής επιτροπής, ιάσιμη.
2. Η
διαθεσιμότητα αρχίζει από τη λήξη της αναρρω−
τικής άδειας και
δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) και
για τα δυσίατα
νοσήματα τα δύο (2) έτη.
3. Κατά το
τελευταίο δίμηνο πριν από τη λήξη του
ανώτατου ορίου
διαθεσιμότητας οι επιτροπές των άρ−
θρων 165 ή 167
υποχρεούνται, ύστερα από ερώτημα της
υπηρεσίας, να
γνωμοδοτήσουν για την ικανότητα του
υπαλλήλου να
επανέλθει στα καθήκοντα του. Αν η επι−
τροπή
γνωματεύσει αρνητικά, ο υπάλληλος απολύεται
υποχρεωτικά,
σύμφωνα με το άρθρο 153 του παρόντος.
Ο υπάλληλος
μπορεί να παραπεμφθεί προς εξέταση
στην αρμόδια
υγειονομική επιτροπή, ύστερα από αίτηση
του ή
αυτεπάγγελτα και πριν από το χρόνο λήξης της
διαθεσιμότητας.
Στην περίπτωση αυτή, αν η επιτροπή
γνωματεύσει
αρνητικά, ο υπάλληλος απολύεται υποχρε−
ωτικά με τη λήξη
του χρόνου της διαθεσιμότητας.
4. Οι διατάξεις
των άρθρων 31−35 του παρόντος Κώδι−
κα εφαρμόζονται
και για τους υπαλλήλους που τίθενται
σε διαθεσιμότητα
λόγω ασθένειας.
Άρθρο
101
Διαθεσιμότητα
λόγω κατάργησης θέσης
1. Σε
διαθεσιμότητα τίθεται αυτοδίκαια ο υπάλληλος
του οποίου
καταργήθηκε η θέση, εφόσον δεν μετατα−
γεί σύμφωνα με
την παρ. 4 του άρθρου 154 του παρό−
ντος.
2. Η
διαθεσιμότητα διαρκεί ένα (1) έτος, μετά την πά−
ροδο του οποίου
ο υπάλληλος απολύεται.
Άρθρο
102
Αποδοχές
διαθεσιμότητας
1. Ο υπάλληλος
κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας
δικαιούται τα
τρία τέταρτα των αποδοχών του.
2. Επιδόματα
ασθενείας, που καταβάλλονται σε υπαλ−
λήλους νομικών
προσώπων δημοσίου δικαίου κατά τη
διάρκεια της
διαθεσιμότητας, εκπίπτουν από τις απο−
δοχές του
υπαλλήλου, εφόσον η ασφάλιση του θεμελι−
ώνεται και σε
συνεισφορά του νομικού προσώπου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΤ΄
ΑΡΓΙΑ
− ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ
Άρθρο
103
Αυτοδίκαιη
θέση σε αργία
1. Τίθεται
αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος ο οποίος
στερήθηκε την
προσωπική του ελευθερία, ύστερα από
ένταλμα
προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση,
έστω και αν
απολύθηκε με εγγύηση.
2. Τίθεται
αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος στον
οποίο επιβλήθηκε
η ποινή της οριστικής παύσης. Η
αργία αρχίζει
από την κοινοποίηση της πειθαρχικής
απόφασης και
λήγει την τελευταία ημέρα της προθε−
σμίας άσκησης
προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας ή
την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση
του Συμβουλίου
της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί
προσφυγή.
3. Ο υπάλληλος
επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθή−
κοντα του, εάν
εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει
τεθεί σε
αργία.
4. Η
διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου
εκδίδεται από το
αρμόδιο για το διορισμό όργανο.
Άρθρο
104
Δυνητική
θέση σε αργία −
Αναστολή
άσκησης καθηκόντων
1. Αν συντρέχουν
λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή υπη−
ρεσιακοί λόγοι
μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος,
κατά του
οποίου:
α) έχει ασκηθεί
ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο
μπορεί να
επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία.
Ειδικά,
προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης
καθήκοντος ο
υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε αργία
εφόσον έχει
παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδί−
κημα
αυτό,
β) έχει ασκηθεί
πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα,
το οποίο μπορεί
να επισύρει την ποινή της οριστικής
παύσης
και
γ) υπάρχει
βάσιμη υπόνοια για άτακτη διαχείριση, η
οποία στηρίζεται
σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής
ή αρμόδιου
επιθεωρητή.
2. Σε
κατεπείγουσες περιπτώσεις, όταν διακυβεύε−
ται το συμφέρον
της υπηρεσίας και πριν αποφανθεί
το υπηρεσιακό
συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον
υπάλληλο από τον
προϊστάμενο της αρχής, στην οποία
υπηρετεί, το
μέτρο της αναστολής της άσκησης των
καθηκόντων του.
Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες το
υπηρεσιακό
συμβούλιο συνέρχεται και αποφασίζει για
τη θέση του
υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης
των καθηκόντων
αίρεται αυτοδικαίως, εάν το υπηρεσι−
ακό συμβούλιο
δεν αποφασίσει για τη θέση σε αργία
εντός της
παραπάνω προθεσμίας.
3. Η πράξη, με
την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυ−
νητική αργία ή
επαναφέρεται στα καθήκοντα του, εκδί−
δεται από τον
οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές
όργανο διοίκησης
των Ν.Π.Δ.Δ. ή, αν δεν υπάρχει, τον
Πρόεδρο του
συλλογικού οργάνου διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ.
ύστερα από
απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Για
τη θέση του
υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγού−
μενη ακρόαση
αυτού από το υπηρεσιακό συμβούλιο.
4. Μετά την
πάροδο έτους από τη θέση σε αργία,
το υπηρεσιακό
συμβούλιο υποχρεούται να αποφανθεί
αιτιολογημένα
για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Η αρ−
γία αίρεται
αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από
την έκδοση της
απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε
αργία.
5. Η αργία
αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής
πράξης. Ο
υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντα του
από την
κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτο−
δίκαια από την
τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που
δεν συνεπάγεται
έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης,
η οποία δεν
επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή
από τη
συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη
παράγραφο.
Άρθρο
105
Συνέπειες
αργίας
1. Ο υπάλληλος ο
οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας
απέχει από την
άσκηση των κύριων και παρεπόμενων
καθηκόντων
του.
2. Στον υπάλληλο
που τελεί σε κατάσταση αργίας
καταβάλλεται το
ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο
ήμισυ ή μέρος
αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά
από ειδικά
αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού
συμβουλίου,
εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική
απόφαση ή
τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη
από την οριστική
παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί
από κάθε
πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η
υπόνοια για
άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος
των αποδοχών του
που παρακρατήθηκε.
3. Ο υπάλληλος,
στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική
ποινή οριστικής
παύσης για το παράπτωμα της αδικαι−
ολόγητης αποχής
από την εκτέλεση των καθηκόντων
του, δεν
δικαιούται αποδοχές αργίας.
4. Οι διατάξεις
των άρθρων 31−35 του παρόντος Κώδι−
κα εφαρμόζονται
και κατά τη διάρκεια της αργίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Α΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ
ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο
106
Ορισμός
πειθαρχικού παραπτώματος
1. Πειθαρχικό
παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση
υπαλληλικού
καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια
πράξη ή
παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον
υπάλληλο.
2. Το υπαλληλικό
καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις
υποχρεώσεις που
επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες
διατάξεις, οι
εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπε−
ριφορά που
πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος και εκτός της
υπηρεσίας ώστε
να μη θίγεται το κύρος αυτής.
3. Το υπαλληλικό
καθήκον, κατά την προηγούμενη
παράγραφο, σε
καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον
υπάλληλο πράξη ή
παράλειψη που να αντίκειται προδή−
λως στις
διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων.
Άρθρο
107
Πειθαρχικά
παραπτώματα
1. Πειθαρχικά
παραπτώματα αποτελούν ιδίως:
α) πράξεις με
τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση ανα−
γνώρισης του
Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην
Πατρίδα και τη
Δημοκρατία,
β) η παράβαση
καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα
ή άλλους
ειδικούς ποινικούς νόμους,
γ) η παράβαση
της αρχής της αμεροληψίας,
δ) η
αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των κα−
θηκόντων,
ε) η άρνηση ή
παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,
στ) η αμέλεια,
καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκ−
πλήρωση του
καθήκοντος,
ζ) η παράβαση
της υποχρέωσης εχεμύθειας, με την επι−
φύλαξη των
διατάξεων του άρθρου 26 του παρόντος,
η) η άσκηση
κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης
αρχής που
γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με
σκόπιμη χρήση εν
γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων
ή με
χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,
θ) η άσκηση
εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προ−
ηγούμενη άδεια
της υπηρεσίας,
ι) η
αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική
εξέταση,
ια) η
αδικαιολόγητη μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη
μεροληπτικής
έκθεσης αξιολόγησης,
ιβ) η ανάρμοστη
συμπεριφορά προς τους πολίτες, η
αδικαιολόγητη μη
εξυπηρέτησή τους και η μη έγκαιρη
διεκπεραίωση των
υποθέσεών τους,
ιγ) η
αδικαιολόγητη μη έγκαιρη απάντηση σε αναφο−
ρές
πολιτών,
ιδ) η
αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων
με παραμέληση
παλαιότερων,
ιε) η άμεση ή
μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε
δημοπρασία την
οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της
οποίας είναι ο
υπάλληλος ή η αρχή στην οποία αυτός
ανήκει,
ιστ) η
χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότη−
τας ή
πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της
υπηρεσίας ή της
θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών
συμφερόντων του
ίδιου ή τρίτων προσώπων,
ιζ) η αποδοχή
οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλ−
λάγματος για το
χειρισμό υπόθεσης από τον υπάλληλο
κατά την άσκηση
των καθηκόντων του,
ιη) η
χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την από−
κτηση
υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση
διαταγής της
υπηρεσίας,
ιθ) η σύναψη
στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα
των οποίων
ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται από τον
τρόπο
αντιμετώπισης θεμάτων της αρμοδιότητας του
υπαλλήλου,
κ) η φθορά λόγω
ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη
ή η παράνομη
χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην
υπηρεσία,
κα) η παράλειψη
δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού
παραπτώματος, με
την επιφύλαξη των διατάξεων της
παρ. 2 του
άρθρου 110 του παρόντος,
κβ) η άρνηση
παροχής πληροφόρησης στους πολίτες,
κγ) η άρνηση
σύμπραξης, συνεργασίας και χορήγησης
στοιχείων ή
εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας,
επιθεώρησης ή
ελέγχου από τον Γενικό Επιθεωρητή
Δημόσιας
Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπη−
ρεσίες
Επιθεώρησης και Ελέγχου.
2. Διατάξεις που
ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώ−
ματα
διατηρούνται σε ισχύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.